ἄρρηκτος,ον, (ῥήγνυμι)
A. unbroken, not to be broken,
δεσμὸν . . χρύσεον ἄ.
Il. 15.20
, cf. 13.37 ; τεῖχος χάλκεον ἄ.
Od. 10.4
, cf. Il. 14.56 ; ἵν' ἄ. πόλις εἴη
21.447
; ἄ. νεφέλην
20.150
; πτολέμοιο πεῖραρ . . ἄρρηκτόν τ' ἄλυτόν τ'
13.360
; φωνή τ' ἄ.
2.490
; ἄ. πέδαι
A. Pr. 6
; σάκος
Id. Supp. 190