ἄρρητος,ον, alsoη,ον
E. Hec. 201 :—
A. unspoken,
ἔπος προέηκεν ὅ πέρ τ' ἄρρητον ἄμεινον
Od. 14.466
; ἄνδρες . . ῥητοί τ' ἄ. τε
Hes. Op. 4
; ἔστω ἄ. τὰ εἰρημένα
Pl. Smp. 189b
, etc., cf. Aeschin. 3.217 ;οὐκ ἐπ' ἀρρήτοις γε τοῖς ἐμοῖς λόγοιςnotwithoutwarningspokenby me, S. Ant. 556 ; ἄ. κἀτελῆ φυλάξομαι
Id. El. 1012
.Adv.
-τως, σιγᾶν
Arist. Fr. 44
codd. (ἀρρήκτωςReiske,ἀρράτωςBernays).
II. that cannot be spokenorexpressed,
ἀδιανόητον καὶ ἄ. καὶ ἄφθεγκτον καὶ ἄλογον