LSJἄρσοςGlossἄρσος , εος , τό , only pl. ἄρσεα: λειμῶνες, Hsch. ; cf. ἄλσος.ἄρσος,εος,τό, only pl.ἄρσεα: λειμῶνες,Hsch. ; cf.ἄλσος.Related Lemmasἄρσεα: