ἀρτέομαι, Ion. Verb, Pass. ,
A. to be prepared, make ready,c.inf., οἱ δὲ αὖτις πολεμέειν . . ἀρτέοντο
Hdt. 5.120
; ἀρτέετο ἐς πόλεμον
Id. 8.97
.
II.
Med. , c. acc., οἳ οὐκ ἔων ναυμαχίην ἀρτέεσθαι
Id. 7.143
. (Cf.ἀν-, παρ-αρτέομαι.Akin toἀρτίζομαι,not toἀρτάομαι.)