LSJἄρτῐσιςGlossequipment,ἄρτῐσις,εως,ἡ, (ἀρτίζω)A. equipment, v.l. for ἄρτησις, ἡ περὶ τὸ σῶμα ἄ.Hdt. 1.195.ReferencesHdt. 1.195