ἀρυσμίη,ἡ, Ion.
A.
= ἀρρυθμία , Hsch. :ἄρυσμος( = ἄρρυθμος ): εὐσχήμων(leg.ἀσχήμων), EM 151.1 .
ἀρυσμίη , ἡ , Ion. = ἀρρυθμία , Hsch. : ἄρυσμος ( = ἄρρυθμος ) : εὐσχήμων (leg. ἀσχήμων ), EM 151.1 .
ἀρυσμίη,ἡ, Ion.
A.
= ἀρρυθμία , Hsch. :ἄρυσμος( = ἄρρυθμος ): εὐσχήμων(leg.ἀσχήμων), EM 151.1 .