ἀρῠτήρ[ᾰ],ῆρος,ὁ,(ἀρύω)
A. ladleorcup,
Dsc. 2.74 .
2. perh.irrigation, ἐμίσθωσεν . . εἰς τὸν ἀρυτῆρα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τὰς ἀρού[ρας. .PLond.ined.
2210
(i B. C.).
ladle
ἀρῠτήρ[ᾰ],ῆρος,ὁ,(ἀρύω)
A. ladleorcup,
Dsc. 2.74 .
2. perh.irrigation, ἐμίσθωσεν . . εἰς τὸν ἀρυτῆρα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τὰς ἀρού[ρας. .PLond.ined.
2210
(i B. C.).