ἄση [ᾰ], Aeol.
ἄσα, ἡ,
A. surfeit, loathing, nausea,
Hp. Aph. 5.61 (pl.),Acut.(Sp.) 14 ; ἄση περὶ τὴν καρδίαν
Epid. 7.10
;ἄ. πλησμονήSch. Il. Oxy. 221 xi 18 .
2. distress, vexation,
Hdt. 1.136 , Andronic.Rhod. p.570 M.; ἔπαυσε καρδίαν ἄσης
E. Med. 245
: pl., μή μ' ἄσαισι μήτ' ὀνίαισι δάμνα θῦμον
Sapph. 1.3
, cf. Alc. Supp. 14.11 ; λύπας καὶ ἄσας παρέχειν
Pl. Ti. 71c
, cf. Stoic. 3.100 .
3. longing, desire,
κῆρ ἄσᾳ βόρηται
Sapph. Supp. 25.17