ἀσῐνής,ές,
A. unhurt, unharmed,
τὰς εἰ μέν κ' ἀσινέας ἐάᾳς
Od. 11.110
; ἀσινέα τινὰ ἀποπέμπειν
Hdt. 2.181
;ἀ. ἀπικέσθαι, ἀναχωρέειν,
Id. 8.19 , 116 ;ἀ. δαίμων secure, happyfortune, A. Ag. 1341 ; βίοτος
Id. Ch. 1018
; ἀσινὴς αἰῶνα διοιχνεῖ
Id. Eu. 315
.
2. less freq. of things,undamaged,
οἴκημα
Hdt. 2.121
. γ́; ἐᾶν τὰ ἐπιθέματα . . ἀσινῆ
IG 3.1418