ἄσκοπος(B),ον, (σκοπός)
A. aimless,
βέλος
D.H. 8.86
; κίνησις
Phlp. in Ph. 846.25
; ἄσκοπα τοξεύειν
Luc. Tox. 62
.Adv.
-πως, εἰκῇ καὶ ἀ. χρήσασθαι τοῖς πράγμασιν
Plb. 4.14.6
; πλανώμενος ἀ.
Plu. Dio 49
; ἀ. λόγους ῥίπτειν
Longus 4.31
, cf. Ath.Mech. 3.9 , Cleom. 2.4 , Phlp. in Ph. 902.19 ; οὐκ ἀ. εἰκάζειν
J. AJ 2.2.3
, cf. Gal. 18(1).768 , Alex.Aphr. Pr.Anecd. I.