ἄσμενος,η,ον,
A. well-pleased, glad,always with a Verb,φύγεν ἄ. ἐκ θανάτοιοhe wasglad tohave escaped death, Il. 20.350 , cf. Od. 9.63 , Pi. O. 13.74 : freq. in Trag. and Att. , ἄσμενος δὲ τἂν . . κάμψειεν γόνυ
A. Pr. 398
; ἐκ θαλάσσης ἀσμένους πεφευγότας
E. Hel. 398
; ἄ. αἱρεθείς
Th. 6.12
; ἐκάθευδον ἄ. ἥκων ἐξ ἀγροῦ
Lys. 1.13
; ἀσμένας εἰς τὸν λειμῶνα ἀπιούσας
Pl. R. 614e
: freq. in dat.,ἐμοὶ δέ κεν ἀσμένῳ εἴη gladwould it make me ! Il. 14.108 ;ἀσμένῳ δέ σοι . . νὺξ ἀποκρύψει φάος gladwilt thou be when night shuts out the light, A. Pr. 23 ; ὥς σφι ἀσμένοισι ἡμέρα ἐπέλαμψε
Hdt. 8.14
; ἀσμένῃ δέ μοι . . ἦλθε
S. Tr. 18