ἀσπ-άσιος[πᾰ],α,ον,alsoος,ον, Od. 23.233 , Luc. Nec. 1 :—
A. welcome, gladly welcomed,
ἀσπασίη τρίλλιστος ἐπήλυθε νύξ
Il. 8.488
, cf. 10.35 ; ὡς δ' ὅτ' ἄν ἀσπάσιος βίοτος παίδεσσι φανήῃ πατρός
Od. 5.394
, etc.Adv.
-ίως, ἀ. δ' ἄρα τῷ κατέδυ φάος ἠελίοιο
13.33
.
II. well-pleased, glad,
ἀσπάσιοι δ' ἐπέβαν γαίης
23.238
;ἀσπάσιον δ' ἄρα τόν γε θεοὶ κακότητος ἔλυσανthey released himto his joy,
5.397 .Adv.
-ίως gladly,
Hom.