ἄειρον(ἐρῶ): ἄρρητον, Hsch.,EM 21.43 : also -ἀθώπευτον, ib.:— butἄειρος,ον , ̔εἴρὠ
A.
= ἄπειρος , Hsch. , Suid.
ἄειρον ( ἐρῶ ) : ἄρρητον , Hsch. , EM 21.43 : also - ἀθώπευτον , ib.:— but ἄειρος , ον , ̔εἴρὠ = ἄπειρος , Hsch. , Suid.
ἄειρον(ἐρῶ): ἄρρητον, Hsch.,EM 21.43 : also -ἀθώπευτον, ib.:— butἄειρος,ον , ̔εἴρὠ
A.
= ἄπειρος , Hsch. , Suid.