LSJἀσπῐδο-θρέμμωνGlossἀσπῐδο-θρέμμων , ον , gen. ονος , = ἀσπιδοφέρμων , Sch. E. Ph. 796 .ἀσπῐδο-θρέμμων,ον, gen.ονος,A.= ἀσπιδοφέρμων , Sch. E. Ph. 796 .ReferencesE. Ph. 796