ἀστάθμ-ητος,ον,
A. unsteady, unstable, ἀστέρες,
= πλανῆται , X. Mem. 4.7.5 ; of persons, ὁ δῆμος -ότατον πρᾶγμα
D. 19.136
, cf. Ar. Av. 169 , Pl. Ly. 214d ; of life, ἀ. αἰών
E. Or. 981
(lyr.);τὸ ἀ. τοῦ μέλλοντος the uncertaintyof . . , Th. 4.62 ; τῆς συμφορᾶς
Id. 3.59
;<>ύχης -ότερον οὐδέν
Ph. 2.85 .Adv.
-τως
D.Chr. 4.122
.