LSJἀστεροπόςGlossἀστεροπός , όν , = ἀστερωπός, Ζεύς Achae. 2.3 (anap.).ἀστεροπός,όν,A.= ἀστερωπός, ΖεύςAchae. 2.3 (anap.).ReferencesAchae. 2.3