LSJἀστερ-ώδηςGlossἀστερ-ώδης , ες , = ἀστεροειδής, Ποταμός Sch. Arat. 355 .ἀστερ-ώδης,ες,A.= ἀστεροειδής, Ποταμός Sch. Arat. 355 .ReferencesArat. 355