ἀστράπτω(cf.στράπτω), Ep.
impf.
A.
ἀστράπτεσκον
Mosch. 2.86
:fut.
ἀστράψω
Cratin. 53
, Nonn. D. 33.376 :aor.
ἤστραψα
Il. 17.595
, etc.:—lighten, hurl lightnings,freq. of omens sent by Zeus, ἀστράπτων ἐπιδέξι'
Il. 2.353
; Κρονίδης ἐνδέξια σήματα φαίνων ἀστράπτει
9.237
; ὡς δ' ὅτ' ἂν ἀστράπτῃ πόσις Ἥρης
10.5
; ἀστράψας δὲ μάλα μεγάλ' ἔκτυπε