LSJἀέλικτοςGlossἀέλικτος , ον , v.l. for τριέλικτος , Orac. ap. Hdt. 6.77 .ἀέλικτος,ον,A.v.l. for τριέλικτος , Orac. ap. Hdt. 6.77 .ReferencesHdt. 6.77