ἄελλα, Ep.
ἀέλλη,ης, Aeol.
αὔελλα
Alc. 125 (αὐεοῦλλαιcod. Hsch. ),ἡ,
A. stormy wind, whirlwind, ἀργαλέων ἀνέμων ἀτάλαντοι ἀέλλῃ
Il. 13.795
; ἄελλαι παντοίων ἀνέμων
Od. 5.292
, 304 ; of dust, ὕψι δ' ἀέλλη σκίδνατο
Il. 16.374
, cf. 13.334 ; in late Prose, Olymp. in Mete. 13.18 .
2. metaph., of anywhirling motion,ὠκυδρόμοις ἀ., of an animal, E. Ba. 873 ; ἄστρων ὑπ' ἀέλλαισι
Id. Hel. 1498
.—Cf.ἀείλη.