LSJἀσυν-δύαστοςGlossἀσυν-δύαστος [ ῠ], ον , = ἀσύμπλοκος , Hsch. ; = ἀσύζευκτος , Suid.ἀσυν-δύαστος[ῠ],ον,A.= ἀσύμπλοκος , Hsch. ; = ἀσύζευκτος , Suid.ReferencesHsch.Suid.