ἀσύφηλος[ῠ],ον,
A. headstrong,or perh.foolish,
ὥς μ' ἀσύφηλον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν ὡς εἴ τιν' ἀτίμητον μετανάστην
Il. 9.647
; οὔ πω σεῦ ἄκουσα κακὸν ἔπος οὐδ' ἀσύφηλον
24.767
, cf. Q.S. 9.521 : also in late Prose, as Eun. VS p.481B.
Adv.
-λως foolishly,
Dius
ap. Stob. 4.21.16 .