ἀελπ-τέω,
A. have no hope, despair, only inpart., ἀελπτέοντες σόον εἶναι
Il. 7.310
; ἀ. τοὺς Ἕλληνας ὑπερβαλέεσθαι
Hdt. 7.168
.
have no hope, despair
ἀελπ-τέω,
A. have no hope, despair, only inpart., ἀελπτέοντες σόον εἶναι
Il. 7.310
; ἀ. τοὺς Ἕλληνας ὑπερβαλέεσθαι
Hdt. 7.168
.