ἄσχετος, Ep. alsoἀάσχετος,ον, (σχεῖν)
A. not to be checked, ungovernable,
πένθος ἄσχετον οὐκ ἐπιεικτόν
Il. 16.549
; ἀάσχετον ἵκετο πένθος
24.708
;μένος ἄσχετοι υἷες Ἀχαιῶν resistlessin might, Od. 3.104 ; μητρός τοι μένος ἐστὶν ἀάσχετον οὐδ' ἐπιεικτόν
Il. 5.892
; κάκον ἄ.
Alc. 92
;ὕβριςEpic. in Arch.Pap. 7.6 : in later Prose, ἄ. δίψος
Luc. Dips. 9
; ἄ. ὁρμή
Aret. SA 2.12
; of a person,ungovernable, unmanageable,
γυνή