ἄσωστος,ον, (σῴζω)
A. not to be saved, past recovery,
ἄσωστά οἵ ἐστιν
Ael. NA 13.7
, PFay. 12.24
(ii B. C.).Adv. -τως, διατίθεσθαι, ἔχειν,
Dsc. 2.141 , Gal. 15.753 .
not to be saved, past recovery,
ἄσωστος,ον, (σῴζω)
A. not to be saved, past recovery,
ἄσωστά οἵ ἐστιν
Ael. NA 13.7
, PFay. 12.24
(ii B. C.).Adv. -τως, διατίθεσθαι, ἔχειν,
Dsc. 2.141 , Gal. 15.753 .