ἀτᾰλαίπωρος,ον,
A. not painstaking,
οὕτως ἀ. τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας
Th. 1.20
.Adv.
-ρως, οὕτως αὐτοῖς ἀ. ἡ ποίησις διέκειτο
Ar. Fr. 254
; οὐκ ἀ. τινὰς χειροῦσθαι
D.C. 49.35
; ἀ. διάγειν
Ph. 1.18
; ἀ. ἀκούειν
Simp. in Cael. 143.16
.
II. of persons,not given to hard work,
Hp.
Aër.
1 ;lazy,