LSJἄταρχονGlossἄταρχον ( ἀτάραχον cod., post ἀταρτηροῖς ) : ἀχείμαστον, Hsch. ; cf. τάρχη.ἄταρχον(ἀτάραχονcod., postἀταρτηροῖς): ἀχείμαστον,Hsch. ; cf.τάρχη.