ἀτασθᾰλία [ᾰτ], Ion.
-ιη, ἡ,
A. presumptuous sin, recklessness, wickedness,
Hom. , always in pl.;σφετέρῃσινorσφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν,
Il. 4.409 , Od. 1.34 , al.; ἀτασθαλίαι δέ οἱ οἴῳ ἐχθραὶ ἔσαν
21.146
; δι' ἀτασθαλίας ἔπαθον κακόν
23.67
; ἀτασθαλίῃσι κακῇσιν
12.300
:—after Hom. in sg.,ἀτασθαλίῃ μέγα ῥέξαι,of the Titans, Hes. Th. 209 ;εἵνεκ' ἀτασθαλίης τε καὶ ἠνορέης ὑπερόπλουib. 516 ; βασιλῆος ἀ.
Pi. Parth. 2
Fr. 1.31 ; οὐκ ἤρθη νοῦν ἐς ἀτασθαλίην
Simon. 111.4
; ἀτασθαλίῃ χρησάμενον
Hdt. 2.111