ἀτασθάλλω [ᾰτ],
A. to be insolent,only inpres. part., μή τις . . πλήξῃ ἀτασθάλλων
Od. 18.57
; οὔ τις . . γυναικῶν λήθει ἀτασθάλλουσα
19.88
.
to be insolent,
ἀτασθάλλω [ᾰτ],
A. to be insolent,only inpres. part., μή τις . . πλήξῃ ἀτασθάλλων
Od. 18.57
; οὔ τις . . γυναικῶν λήθει ἀτασθάλλουσα
19.88
.