ἀτάσθᾰλος[ᾰτ],ον,
A. reckless, presumptuous, wicked,of men, ἀνέρα . . ἀ. ὀβριμοεργόν
Il. 22.418
; ἀ. ἀνδρὶ ἔοικας
Od. 8.166
, etc.; so in Hdt. , ἄνδρα ἀνόσιόν τε καὶ ἀ.
8.109
; ἀνὴρ δεινὸς καὶ ἀ.
9.116
, cf. Him. Ecl. 13.28 , al.
2. of men's acts, words, etc., Τρωσὶν τῶν μένος αἰὲν ἀ.
Il. 13.634
; λίην γὰρ ἀ. ὕβριν ἔχουσιν
Od. 16.86
; ἄνδρες δραῖσιν ἀτάσθαλα
Alc. Supp. 27.11
; λέγειν βάρβαρά τε καὶ ἀ.