LSJἀτλησίφρωνGlossἀτλησίφρων [ ῐ]: οὐδεμιᾶς τόλμης ἔννοιαν ἔχων, Hsch. ( ἀτμ- cod.).ἀτλησίφρων[ῐ]: οὐδεμιᾶς τόλμης ἔννοιαν ἔχων,Hsch. (ἀτμ-cod.).