ἀτρέμ-ᾰ, (τρέμω)
A.
= ἀτρέμας ,usually before a conson., once in Hom. , αἰγίδα . . ἔχ ἀ. Φοῖβος
Il. 15.318
; proleptic, ἀτρέμ' ἀμπαύσας μεριμνᾶν
B. 5.7
; μέν' . . ἀ. σοῖς ἐν δεμνίοις
E. Or. 258
, cf. Ba. 1072 ;ἔχ' ἀ.keepstill!
Ar. Nu. 743 , Av. 1244 , cf. Alciphr. 3.2 ; elided before a vowel, Ar. Ra. 339 ; ἀτρέμα ἑστάναι
Antipho 3.4.7
s.v.l. (but ἀτρέμας ἑστάναι
3.3.10
); ἀ. διαπορεύεσθαι
X. Cyn. 5.31
, cf. 9.5 ; freq. in Plu. , μειδιάσας ἀ.