ἄτρεμ-ᾰς,Adv.
A. without trembling, without motion,
ἀ. ἑσταότα
Il. 13.438
; ὀφθαλμοὶ δ' ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος ἀ. ἐν βλεφάροισι
Od. 19.212
; ἀ. εὕδειν
Il. 14.352
, Od. 13.92 ;ἀ. ἧσοsitstill!
Il. 2.200 ;ἀ. ἔχεινto keepquiet,
Hdt. 5.19 , 8.16 ; ἀ. εἶχον τὸ στρατόπεδον
Id. 9.53
;σφέας αὐτούςib. 54 ; ἀ. ἴθι
E. Or. 149
(lyr.); ἔχ' ἀ.
Ar. Av. 1200
, Luc. Herm. 41 ; ἀ. ἅπτεσθαί τινος gently, softly,