ἀτροπ-ία,ἡ,
A. inflexibility,
κρέσσων τοι σοφίη . . ἀτροπίης
Thgn. 218
;rigour, cruelty,
ἀτροπίῃ
A.R. 4.387
;ἀτροπίῃσιib. 1006 .
II. ἀτροπίη: ἀωρία, μεσονύκτιον,
Hsch.
inflexibility,
ἀτροπ-ία,ἡ,
A. inflexibility,
κρέσσων τοι σοφίη . . ἀτροπίης
Thgn. 218
;rigour, cruelty,
ἀτροπίῃ
A.R. 4.387
;ἀτροπίῃσιib. 1006 .
II. ἀτροπίη: ἀωρία, μεσονύκτιον,
Hsch.