LSJἀτρύπητοςGlossἀτρύπητος [ ῡ], ον , = ἄτρητος, τὸ οὖς ἔχειν ἀ. Plu. Cic. 26 , 2.205b .ἀτρύπητος[ῡ],ον,A.= ἄτρητος, τὸ οὖς ἔχειν ἀ.Plu. Cic. 26 , 2.205b .ReferencesPlu. Cic. 262.205b