LSJἄτρῠφοςGlossἄτρῠφος , ον , = ἄθρυπτος, τυρός Alcm. 34 , cf. Hierocl. in CA 17p.458M.ἄτρῠφος,ον,A.= ἄθρυπτος, τυρόςAlcm. 34 , cf. Hierocl. in CA 17p.458M.ReferencesAlcm. 34Hierocl. in CA 17p.458M.