LSJαὐηρόςGlossαὐηρός , ά , όν , = αὐαλέος , AP 12.121 ( Rhian. ). αὐήτω: ἔπνεον, Hsch.αὐηρός,ά,όν,A.= αὐαλέος , AP 12.121 ( Rhian. ).αὐήτω: ἔπνεον,Hsch.ReferencesAP 12.121Rhian.Hsch.Related Lemmasαὐήτω: