LSJαὐλείτηςGlossαὐλείτης , ου , ὁ , = αὐλίτης , A.R. 4.1487 codd.; for Bocot. αὐλειτάς v. αὐλητής.αὐλείτης,ου,ὁ,A.= αὐλίτης , A.R. 4.1487 codd.; for Bocot.αὐλειτάςv. αὐλητής.ReferencesA.R. 4.1487