αὐλός,ὁ,
A. pipe, flute, clarionet,
Il. 10.13 , 18.495 , h.Merc. 452 ; Λύδιος
Pi. O. 5.19
;Ἔλυμος,i.e.Φρύγιος(q. v.), S. Fr. 398 ; Λίβυς
E. Alc. 347
;αὐ. γυναικήιος, ἀνδρήιος,
Hdt. 1.17 ;αὐ. ἀνδρεῖοι, παιδικοί, παρθένιοι,
Ath. 4.176f , Poll. 4.81 ; ὁ παρθένιος αὐ. τοῦ παιδικοῦ ὀξύτερος
Arist. HA 581b11
; διδύμοις αὐλοῖσιν ἀεῖσαι
Theoc. Ep. 5.1
; ἐμφυσᾶν εἰς αὐλούς
D.S. 3.59
;αὐ. Ἐνυαλίου,i.e.a trumpet,
AP 6.151 ( Tymn. );ὑπ' αὐλοῦto the sound ofthe flute,