LSJαὐτο-κράτειραGlossαὐτο-κράτειρα [ ρᾰ], ἡ , fem. of αὐτοκράτωρ, Orph. H. 70.8 .αὐτο-κράτειρα[ρᾰ],ἡ,fem. ofαὐτοκράτωρ,Orph. H. 70.8 .