LSJαὐτομᾰτ-έωGlossαὐτομᾰτ-έω , = αὐτοματίζω , Hsch. s.v. αὐτοφαρίζειν.αὐτομᾰτ-έω,A.= αὐτοματίζω , Hsch.s.v. αὐτοφαρίζειν.ReferencesHsch.