LSJαὐτομόλπωςGlossαὐτομόλπως and αὐτόμολ-πα: ὁμοίως ἐκείνοις, Hsch.αὐτομόλπωςandαὐτόμολ-πα: ὁμοίως ἐκείνοις,Hsch.Related Lemmasαὐτόμολ-πα: