αὐτοσχέδι-ος,α,ον, alsoος,ον
Plu. Sull. 7 :—
A. hand to hand: used by Hom. , in dat.,αὐτοσχεδίῃ(sc.μάχῃ)in close fight, in the mêlée,
αὐτοσχεδίῃ μεῖξαι χεῖράς τε μένος τε
Il. 15.510
: acc. fem. asAdv., = αὐτοσχεδόν I, Ἀντιφάτην δ' . . πλῆξ' αὐτοσχεδίην
12.192
, 17.294 ; αὐτοσχεδίην οὐτασμένος
Od. 11.536
: also ἔς τ' αὐ. καὶ προμάχους ἰέναι
Tyrt. 11.12
.
II. offhand, improvised, rough and ready,
ἐξ αὐτοσχεδίης πειρώμενος
h.Merc. 55
; ποιήματα αὐ.