LSJαὐτό-φορβοςGlossαὐτό-φορβος , ον , ̔φέρβὠ = αὐτοφάγος , A. Fr. 114 .αὐτό-φορβος,ον , ̔φέρβὠA.= αὐτοφάγος , A. Fr. 114 .ReferencesA. Fr. 114