αὔω(B),fut.
A.
ἀύ̈σω
E. Ion 1446
:aor. ἤϋσα(v. infr.):—cry out, shout, call aloud,freq. in Hom. , αὖε δ' Ἀθήνη
Il. 20.48
, cf. Call. Dian. 56 sq.; κέκλετ' ἀύ̈σας
Il. 4.508
, cf. 6.66 , etc.; μακρὸν ἄϋσε
5.101
; ἤϋσε . . μέγα τε δεινόν τε ὄρθια
11.10
;ἤϋσεν δὲ διαπρύσιονib. 275 , etc.:—also in Trag., αὔειν λακάζειν
A. Th. 186
; μηδὲν μέγ' ἀύ̈σῃς
S. El. 830
(lyr.); δεινὸν δ' ἀύ̈σας