ἀζηχής,ές, (prob. forἀ-διἁς̓εχής ,
A. continuous, cf.ἀζαχής, ἀζεχής̓ unceasing, ὀδύνη
Il. 15.25
; ὀρυμαγδός
17.741
: neut. asAdv.,Ἀζ<>χὲς φαγέμενκαὶπιέμεν
Od. 18.3 ; [ ὄϊες] ἀ. μεμακυῖαι
Il. 4.435
.
II. (ἄζα, cf.ἀζαλέος)hard, seasoned, κορύνη
A.R. 2.99
;θυμόςv.l. Il. 15.25 .