LSJἀζηώρα:Glossἀζηώρα: ταχέα, πυκνά , Hsch. ἀζόκροτος , v. αἰζ-. .ἀζηώρα: ταχέα, πυκνά, Hsch.ἀζόκροτος,A.v. αἰζ-. .Related Lemmasἀζόκροτος