ἀφικλῶντο(fort.ἀφικμ-,cf.ἰκμάω): ἀπεσείοντο ἢ ἀποελῶντο(fort.ἀπηλοῶντο), Hsch.
ἀφικλῶντο
Gloss
ἀφικλῶντο (fort. ἀφικμ-, cf. ἰκμάω ) : ἀπεσείοντο ἢ ἀποελῶντο (fort. ἀπηλοῶντο ), Hsch.
ἀφικλῶντο (fort. ἀφικμ-, cf. ἰκμάω ) : ἀπεσείοντο ἢ ἀποελῶντο (fort. ἀπηλοῶντο ), Hsch.
ἀφικλῶντο(fort.ἀφικμ-,cf.ἰκμάω): ἀπεσείοντο ἢ ἀποελῶντο(fort.ἀπηλοῶντο), Hsch.