ἄφιξις,εως, Ion.
ἄπιξις,ιος , ἡ: (ἀφικνέομαι):—
A. arrival,
Hdt. 1.69 , al.;τὴν ἀπὸ Κορίνθου ἄ. arrivalfrom C., Id. 5.92 . ζ́; ἐς Θήβας
Id. 9.17
; ἄ. ἐπὶ Σαρπηδονίης ἄκρης ποιεῖσθαι
Id. 7.58
;μέρος αὐτῆς ἀπίξιος παρὰ τὸν μάγονher turnfor going into him, Id. 3.69 , cf. Pl. Ep. 337e , Aristeas 173 , J. Ap. 1.18 , etc.; ἄ. εἰς τοὺς πολεμίους ποιησάμενος
D. 5.8
; ἄ. εἰς Κύπρον
Isoc. 9.53
; ἡ ἐνθάδε ἄ.
Hdt. 3.145
, Lys. 2.26 ; ἡ οἴκαδε ἄ. home again,
D. Ep. 1.2
, 3.39 .