ἀηδ-έω,
A. feel disgust at,δείπνῳ ἀηδήσειεν
v.l. for ἁδήσειεν in Od. 1.134 , cf.ἀηδῆσαι: κοπιάσαι, καμεῖν, Hsch. , cf. EM 23.26 .
feel disgust at
ἀηδ-έω,
A. feel disgust at,δείπνῳ ἀηδήσειεν
v.l. for ἁδήσειεν in Od. 1.134 , cf.ἀηδῆσαι: κοπιάσαι, καμεῖν, Hsch. , cf. EM 23.26 .